Δοσολογικό σχήμα:
- Σκύλος:
o Καρδιακή νόσος: 0,1-1,5 mg/kg q8h PO. Ξεκινήστε με χαμηλές δόσεις και αυξήστε σταδιακά ανάλογα με την ανταπόκριση.
o Φαιοχρωμοκύττωμα: 0,15-0,5 mg/g q8h PO σε συνδυασμό με α-αποκλειστές.
- Γάτα:
o Καρδιακή νόσος: 0,4-1,2 mg/kg (2,5-5 mg/γάτα) q8h PO
o Διαταραχές συμπεριφοράς: 0,2-1 mg/kg PO μέχρι και 3 φορές την ημέρα ανάλογα με τις ανάγκες
Η δόση εξαρτάται από την υποκείμενη νόσο. Σε ζώα με κολπικό ινιδισμό και σοβαρή υποκείμενη καρδιακή νόσο η συνιστώμενη δόση είναι 0,1-0,5 mg/kg q8h PO. Σε αυτή τη δόση η αρνητική ινοτρόπος δράση του είναι αμελητέα. Σε σκύλους με υπερκοιλιακές ή κοιλιακές αρρυθμίες και φυσιολογική λειτουργία του μυοκαρδίου μπορούν να χρησιμοποιηθούν δόσεις μέχρι και 2 mg/kgq8hPO. Τέτοιες δόσεις αντενδείκνυνται σε ζώα με ανεπάρκεια μυοκαρδίου. Για την αντιμετώπιση ταχυαρρυθμιών στις γάτες η συνιστώμενη δόση είναι 2,5-10 mg/γάτα q8h PO.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Η διακοπή χορήγησης των β αναστολέων πρέπει να γίνεται σταδιακά και όχι απότομα!
Δράση: β-αδρενεργικός αναστολέας. Αποκλείει τη θετική χρονοτρόπο και ινοτρόπο δράση των β1-αδρενεργικών αγωνιστών στο μυοκάρδιο μειώνοντας τις απαιτήσεις σε οξυγόνο. Αποκλείει την αγγειοδιασταλτική και βρογχοδιασταλτική δράση των β2-αγωνιστών. Η αντιυπερτασική δράση του οφείλεται στη μείωση της καρδιακής παροχής, στην καταστολή του αντανακλαστικού των πιεσοϋποδοχέων και στον αποκλεισμό των περιφερικών αδρενεργικών υποδοχέων.
Χρήση: Αντιμετώπιση καρδιακών αρρυθμιών (φλεβοκομβική ταχυκαρδία, υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, κοιλιακή ταχυκαρδία), της ανταπόκρισης των κοιλιών στον κολπικό ινιδισμό, της υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας, και καρδιακής νόσου που οφείλεται σε αυξημένη μεταφόρτιση λόγω στένωσης (obstructive heart disease). Αποτελεσματικό αντιυπερτασικό με χρήση στο φαιοχρωμοκύττωμα σε συνδυασμό με α-αναστολέα. Χρησιμοποιείται για να αναστρέψει κάποια από τα κλινικά συμπτώματα του υπερθυρεοειδισμού πριν τη θυρεοειδεκτομή. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση των σωματικών εκδηλώσεων του άγχους. Κάποιοι συγγραφείς συστήνουν τη χρήση του σε συνδυασμό με phenobarbital για την αντιμετώπιση προβλημάτων συμπεριφοράς σχετιζόμενων με φόβο ή φοβία. Υπάρχει σημαντική διαφορά της ενδοφλέβιας δόσης με αυτή από το στόμα. Αυτό συμβαίνει λόγω της μικρής βιοδιαθεσιμότητας του μετά από χορήγηση από το στόμα.
Αντενδείξεις: Μη χρησιμοποιείτε σε ζώα με βραδυκαρδίες και οξεία καρδιακή ανεπάρκεια. Σχετική αντένδειξη σε ζώα που λαμβάνουν χρόνια θεραπεία συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας. Μη χορηγείτε σε ζώα με διαταραχές αγωγιμότητας όπως σε ζώα με σύνδρομο νοσούντος φλεβόκομβου και ζώα με πρώτου, και δευτέρου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό καθώς μπορεί να τον μετατρέψει σε τρίτου βαθμού. Αποφεύγετε τη χορήγηση σε ζώα με άσθμα ή χρόνια νόσο του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος. Χορηγήστε με προσοχή σε ζώα με σακχαρώδη διαβήτη καθώς η προπρανολόλη μειώνει την αντίδραση του συμπαθητικού συστήματος στην υπεργλυκαιμία. Μη χορηγείτε σε ζώα με υπερκαλιαιμία καθώς οι β αναστολείς μειώνουν την είσοδο του καλίου από τον ενδοαγγειακό στον εξωαγγειακό χώρο.
Ανεπιθύμητες ενέργειες: Βραδυκαρδία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός, μείωση συσπαστικότητας του μυοκαρδίου, καρδιακή ανεπάρκεια, λιποθυμικά επεισόδια, υπόταση, υπογλυκαιμία, βρογχόσπασμος, διάρροια, περιφερική αγγειοσύσπαση. Κατάπτωση μπορεί να παρατηρηθεί λόγω της δράσης του στο ΚΝΣ. Μπορεί να επιδεινώσει προϋπάρχουσα νεφρική νόσο. Απότομη διακοπή της θεραπείας μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση των αρρυθμιών και υπέρταση.
Αλληλεπιδράσεις: Υπέρταση αν χορηγηθεί με συμπαθομιμητικά. Η υποτασική δράση του μπορεί να ενισχυθεί αν χορηγηθεί με φάρμακα που καταστέλλουν την καρδιακή λειτουργία όπως τα αναισθητικά. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος βραδυκαρδίας, σοβαρής υπότασης, καρδιακής ανεπάρκειας και κολποκοιλιακού αποκλεισμού αν χορηγηθεί ταυτόχρονα με αποκλειστές διαύλων ασβεστίου. Ο μεταβολισμός του ενισχύεται από τη θυρεοειδική ορμόνη. Η δόση ίσως χρειαστεί να μειωθεί μετά την έναρξη της αγωγής με carbimazole. Το cimetidine μπορεί να μειώσει το ρυθμό μεταβολισμού του, αυξάνοντας τη συγκέντρωσή του στο αίμα. Η επαγωγή των ηπατικών ενζύμων από το phenobarbital μπορεί να ενισχύσει το μεταβολισμό του στο ήπαρ. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος τοξίκωσης από λιδοκαΐνη αν χορηγηθεί μαζί με propranolol λόγω μειωμένης απέκκρισής της. Μπορεί να ανταγωνιστεί τη βρογχοδιασταλτική δράση του theophylline. Παρά το ότι δεν αντενδείκνυται η χρήση του σε ζώα με σακχαρώδη διαβήτη, η ανάγκες σε ινσουλίνη πρέπει να επανεκτιμηθούν καθώς το propranolol μπορεί να ενισχύσει την υπογλυκαιμική της δράση.