Close

Title


Συνδεθείτε στο Vetmenow με το Username που καταχωρίσατε κατά την εγγραφή σας και το password που λάβατε στο email σας. Εάν αντιμετωπίζετε προβλήματα, επικοινωνήστε μαζί μας στο [email protected].

Εντάξει
Close

Σύνδεση


Συνδεθείτε στο Vetmenow με το Username που καταχωρίσατε κατά την εγγραφή σας και το password που λάβατε στο email σας. Εάν αντιμετωπίζετε προβλήματα, επικοινωνήστε μαζί μας στο [email protected].

  • Username:
  • Κωδικός:

Νέος χρήστης;


Αν είστε Νέος Χρήστης, αποκτήστε ένα δωρεάν λογαριασμό στο Vetmenow.

Δωρεάν εγγραφή Κτηνιάτρου
Δωρεάν εγγραφή Κηδεμόνα
Close

Δημιουργία λογαριασμού κτηνιάτρου


Συμπληρώστε τη διεύθυνση ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου και το username που επιθυμείτε για το λογαριασμό σας και πατήστε "Εγγραφή" για να σας αποσταλεί ο κωδικός πρόσβασης.

  • Email:
  • Username:
  •  
  • Αν έχετε κωδικό κεντρικού καταστήματος παρακαλώ συμπληρώστε τον παρακάτω.
  • Κωδικός:
  •  
Close

Ξέχασα τον κωδικό μου


"Στο πεδίο "Κωδικός επανάκτησης" συμπληρώστε τον 16-ψήφιο κωδικό που σας δόθηκε την πρώτη φορά που συνδεθήκατε στο Vetmenow"

  • Username:
  • Κωδικός επανάκτησης:
  • Νέος κωδικός:
Close

Δημιουργία λογαριασμού κηδεμόνα


Συμπληρώστε τη διεύθυνση ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου και το username που επιθυμείτε για το λογαριασμό σας και πατήστε "Εγγραφή" για να σας αποσταλεί ο κωδικός πρόσβασης.

  • Email:
  • Username:
  •  

Atenolol


Atenolol

Δοσολογικό σχήμα και χρήση:

  • Σκύλοι: 6,25-12,5 mg/σκύλο q12-24h POή 0,25-1 mg/kg q 12-24hPO. Δόσεις μέχρι και 50 mg/σκύλο ή 3 mg/kg q12-24h PO έχουν χρησιμοποιηθεί σε συγκεκριμένες περιστάσεις.

o   Σε μεγαλόσωμους σκύλους με κολπικό ινιδισμό η δόση εκκίνησης είναι 12,5mg/σκύλο q12h και αυξάνεται σταδιακά μέχρι η καρδιακή συχνότητα να φτάσει 160 σφίξεις/min. Δόσεις μέχρι και 50 mg/σκύλο ή 3 mg/kg έχουν χορηγηθεί. Στους μικρόσωμους σκύλους η δόση εκκίνησης είναι 6,25 mg/σκύλο.

o   Για κοιλιακές αρρυθμίες σε σκύλους χωρίς ανεπάρκεια μυοκαρδίου ή για την πρόληψη αιφνίδιου θανάτου σε ζώα με υποαορτική στένωση, συνήθως χορηγείται η ανώτερη δυνατή δόση (0,5-1 mg/kgq12hPO).

o   Για την αποφυγή λιποθυμικών επεισοδίων λόγω στένωσης της πνευμονικής αρτηρίας: 0,25-1 mg/kgq12hPO.

  • Γάτες: 6,25-12,5 mg/γάτα q12-24h. Δόσεις έως και 25 mg/γάτα έχουν αναφερθεί.

o    Στη γάτα χρησιμοποιείται σε περιστατικά με υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια για να αποτρέψει την αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης που συμβαίνει στο μέσο της συστολής λόγω της δυναμικής απόφραξης στην υποαορτική περιοχή (dynamic subaortic stenosis) καθώς και για την αντιμετώπιση των κοιλιακών αρρυθμιών. Η υποαορτική στένωση προκαλεί στροβιλώδη ροή και διαφυγή από την αριστερή κολποκοιλιακή βαλβίδα. Αυτά είναι τα συχνότερα αίτια φυσήματος σε γάτες με υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.

o   Ξεκινήστε με 6,25 mg/γάτα q12-24h POκαι αυξήστε σταδιακά μέχρι 12,5 (ή και 25) mg/γάτα.

o    Σε γάτες χωρίς υποαορτική στένωση, ταχυκαρδία και αρρυθμίες η διαλτιαζέμη είναι το φάρμακο πρώτης επιλογής. Σε περιπτώσεις με υποαορτική στένωση, ταχυκαρδία ή αρρυθμίες η ατενολόλη είναι το φάρμακο επιλογής. Παρόλα αυτά οι β-αποκλειστές έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο σαν πρώτη επιλογή σε γάτες με υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η διακοπή χορήγησης των β αναστολέων πρέπει να γίνεται σταδιακά και όχι απότομα!

Δράση: Είναι σχετικά επιλεκτικός β1 αναστολέας αλλά μπορεί να αποκλείσει και τους β2 υποδοχείς σε μεγάλες δόσεις. Αναστέλλει τη χρονοτρόπο και ινοτρόπο δράση των β1 αγωνιστών στην καρδιά μειώνοντας τις απαιτήσεις του μυοκαρδίου σε οξυγόνο. Η βρογχοσυσπαστική, αγγειοδιασταλτική και υπογλυκαιμική του δράση είναι μειωμένη λόγω της επιλεκτικότητας του στους υποδοχείς της καρδιάς.

Χρήση: Σε καρδιακές ταχυαρρυθμίες, υπερθυρεοειδισμό, υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια (γάτες), αποφρακτική καρδιακή νόσο (στένωση της αορτής ή της πνευμονικής αρτηρίας) και σε συστηματική υπέρταση. Για υπερκοιλιακές και κοιλιακές αρρυθμίες συνήθως συνδυάζεται με άλλη αντιαρρυθμογόνο αγωγή, κυρίως με mexiletine (0,3-0,6 mg/kg atenolone q12h PO + 5-8 mg/kg q8h PO mexiletine) To mexiletine χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με β αναστολείς για την αντιμετώπιση κοιλιακών ταχυαρρυθμιών ή σπάνια των υπερκοιλιακών ταχυαρρυθμιών όταν αυτές (οι υπερκοιλιακές) οφείλονται σε bypass tract. To atenolol είναι λιγότερο αποτελεσματικό για κοιλιακές αρρυθμίες όταν χρησιμοποιείται μόνο του εκτός αν η αρρυθμία οφείλεται σε αυξημένο συμπαθητικό τόνο. Συστήνεται η σταδιακή διακοπή της αγωγής μετά από μακροχρόνια χορήγηση.

Αντενδείξεις: Ζώα με βραδυαρρυθμίες και ζώα οξεία καρδιακή ανεπάρκεια. Σχετική αντένδειξη σε ζώα με φαρμακευτικά ελεγχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια.

Ανεπιθύμητες ενέργειες: Πιο συχνές σε ζώα μεγάλης ηλικίας με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια ή σε ζώα με οξεία καρδιακή ανεπάρκεια. Περιλαμβάνουν βραδυαρρυθμίες, κολποκοιλιακό αποκλεισμό, ανεπάρκεια μυοκαρδίου, καρδιακή ανεπάρκεια, λιποθυμικές κρίσεις, υπόταση, υπογλυκαιμία, βρογχόσπασμο και διάρροια (σκύλος). Μπορεί να παρατηρηθεί κατάπτωση λόγω της μεγάλης λιποδιαλυτότητας του φαρμάκου και της διείσδυσής του στο ΚΝΣ.

Αλληλεπιδράσεις: Υπέρταση μπορεί να προκληθεί με την ταυτόχρονη χορήγηση συμπαθομιμητικών (π.χ. adrenaline, noradrenaline). Η τάση του για πρόκληση υπότασης μπορεί να ενισχυθεί από ουσίες που μειώνουν την καρδιακή δραστηριότητα όπως αναισθητικά, phenothiazines, ατνιυπερτασικά φάρμακα, διουρητικά και diazepam. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος βραδυκαρδίας, υπότασης, καρδιακής ανεπάρκειας και κολποκοιλιακού αποκλεισμού με την ταυτόχρονη χορήγηση αποκλειστών των διαύλων ασβεστίου. Ταυτόχρονη χορήγηση digoxin ενισχύει την τάση για βραδυκαρδία. Ο μεταβολισμός του atenolol ενισχύεται από τις θυρεοειδικές ορμόνες και η δόση του ίσως χρειαστεί να μειωθεί με την έναρξη χορήγησης carbimazole. Ενισχύει τη δράση των μυοχαλαρωτικών (π.χ. suxamethonium, tubocurarine). Η επαγωγή των ηπατικών ενζύμων από το phenobarbital ίσως αυξήσει το ρυθμό μεταβολισμού του. Η βρογχοδιασταλτική δράση του theophylline μπορεί να ανασταλεί από το atenolol. Μπορεί να ενισχύσει την υπογλυκαιμική δράση της ινσουλίνης.

Υπερδοσία: Λήθαργος, έμετος, υπόταση, βραδυκαρδία, βρογχόσπασμος, καρδιακή ανεπάρκεια, υπογλυκαιμία και υπερκαλιαιμία. Αν η υπερδοσία οφείλεται σε πρόσφατη κατάποση, μπορείτε να κάνετε πλύσεις στομάχου και να χορηγήσετε ενεργό άνθρακα. Παρακολουθήστε την ηλεκτρική δραστηριότητα της καρδιάς (ΗΚΓ), τη γλυκόζη του αίματος, το κάλιο και την αρτηριακή πίεση. Η θεραπεία είναι συμπτωματική: Χορηγήστε υγρά ενδοφλέβια και παράγοντες που αυξάνουν την πίεση (dopamine, norepinephrine). Χορηγήστε ατροπίνη για τη βραδυκαρδία ή isoproterenol αν η ατροπίνη αποτύχει. Ίσως χρειαστεί χορήγηση ινσουλίνης και δεξτρόζης σε περίπτωση υπερκαλιαιμίας και υπογλυκαιμίας. Η καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να αντιμετωπισθεί με digitalization, διουρητικά και οξυγονοθεραπεία. Το glucagon (5-10 mg IV – δόση για άνθρωπο) μπορεί να αυξήσει την καρδιακή συχνότητα και την αρτηριακή πίεση και να ανταγωνισθεί την κατασταλτική δράση του atenolol στο μυοκάρδιο (Glucagen inj 1VIAL×1MG + 1VIAL×1ML SOLV).

(Visited 1 times, 1 visits today)

comments powered by Disqus